Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκεφαλική Παράλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκεφαλική Παράλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Ένας σημαντικός αριθμός νεογνών και παιδιών παρουσιάζουν τέτοιου είδους διαταραχές. Είναι ένα από τα πλέον συχνά προβλήματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα, με πολλαπλά διαγνωστικά και θεραπευτικά διλήμματα, χωρίς αυτό να σημαίνει και μόνιμες βλάβες του νεογνού ή του παιδιού.
Είναι βέβαιο πως τα παιδιά αυτά πρέπει να βοηθηθούν από ειδικούς γιατρούς και θεραπευτές όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Με την πρώτη υποψία του παιδιάτρου ή και των γονέων ότι κάτι δεν πάει καλά στην κίνηση του βρέφους, δεν θα πρέπει να επαναπαυόμαστε  σε διαβεβαιώσεις μη ειδικών και να αρκούμαστε σε αυτά που και εμείς θέλουμε να ακούσουμε (αυτό είναι ανθρώπινο), ότι είναι δηλαδή «από τα παιδιά που αργούν στην ανάπτυξή τους». Πρέπει αμέσως να αντιδράσουμε, επισκεπτόμενοι έναν παιδονευρολόγο ή αναπτυξιολόγο, διαφορετικά χάνεται πολύτιμος χρόνος για το παιδί και την όλη του εξέλιξη.
Είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση και το ξεκίνημα ενός εξατομικευμένου προγράμματος αποκατάστασης από τους ειδικούς γιατρούς και θεραπευτές.
Εδώ πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι πολύ μεγάλο και σημαντικό ρόλο παίζει και η συνεργασία της οικογένειας στο πρόγραμμα αποκατάστασης.
Ζούμε στην εποχή που η επιστήμη έχει κάνει μεγάλα άλματα προόδου, με συνέπεια η εξειδίκευση και η γνώση των ιατρών και θεραπευτών να είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη και πλουσιότερη.

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΑΙΑ ΕΡΕΥΝΑ

Οι Γερμανοί καθηγητές Τ. Χελλμπρύγκε (T. Hellbrugge) και Γ.Χ. φον Βίμπφεν ( G.X. von Wimmpfen), μαζί με την ομάδα τους και με την συνεργασία ειδικών επιστημόνων στο Κέντρο του Παιδιού του Μονάχου, όπου και έγιναν οι έρευνες, παρουσίασαν το 1973 στο βιβλίο τους με τίτλο «Οι πρώτες 365 ημέρες στην ζωή ενός παιδιού», τα αποτελέσματα των ερευνών τους με τρόπο κατανοητό για όλους τους γονείς, απόσπασμα του οποίου σας παραθέτουμε όπως γράφτηκε την εποχή εκείνη.

Παιδιά με αναπηρίες ( σπαστικά παιδιά )

Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό παιδιών υφίστανται κατά τον τοκετό, συνήθως λόγω προσωρινής έλλειψης οξυγόνου, τέτοιες βλάβες, που να προκληθούν διαταραχές της κινητικότητας.
Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψη, ότι βλάπτονται κατά κύριο λόγο τμήματα του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνα για τον συνδυασμό των φυσιολογικών κινήσεων. Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει, ότι για ένα μεγάλο αριθμό αυτών των παιδιών, δεν χρειάζεται να αποβεί μοιραίο για όλη τους την ζωή να μην μπορούν να καθίσουν, να περπατήσουν ή να κάνουν χειρισμούς, αν αρχίσει έγκαιρα η κατάλληλη θεραπεία. Αυτή η θεραπεία διδάσκει κατά κάποιον τρόπο πρότυπα κινήσεων σ’ ένα χρόνο, που δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί οριστικά τα παθολογικά πρότυπα κινήσεων στον εγκέφαλο.
Ποικίλες έρευνες σε διάφορα θεραπευτικά κέντρα του εσωτερικού και του εξωτερικού δείχνουν, ότι ο καταλληλότερος χρόνος για την θεραπεία βρίσκεται μεταξύ του τρίτου και του ενδέκατου μήνα της ζωής.
Μετά τον ενδέκατο μήνα η πιθανότητα να διδαχθεί το παιδί φυσιολογικά πρότυπα κινήσεων έχει βασικά χαθεί για πολλά παιδιά, αν και οι θεραπευτικές προσπάθειες, έστω και αργά, έχουν οπωσδήποτε νόημα.
Αυτές οι γνώσεις, για την έγκαιρη θεραπεία των παιδιών με αναπηρίες, έχουν μεγάλη σημασία. Όσο πιο νωρίς αρχίζει η θεραπεία π.χ. ενός παιδιού με σπαστική παράλυση, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία.
Μία ανάλογη υποψία του γιατρού στους πρώτους μήνες της ζωής πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους γονείς, αλλιώς χάνεται πολύτιμος χρόνος για την θεραπεία.
Οι γονείς δεν θα πρέπει να αρκούνται με την διαβεβαίωση, ότι το παιδί τους είναι από αυτά που αναπτύσσονται αργά.


ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΥΣΗ

Ο όρος εγκεφαλική παράλυση αναφέρεται σε μια ομάδα παθήσεων στις οποίες υπάρχουν διαταραχές της ανάπτυξης της κίνησης ή της στάσης, οφειλόμενες σε βλάβη εκείνων των περιοχών του εγκεφάλου που ελέγχουν την λειτουργία των μυών και προκαλούν περιορισμούς στις δραστηριότητές του.
Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της ανάπτυξης ή τραυματισμό του εγκεφάλου κατά την διάρκεια της κύησης, του τοκετού ή μετά την γέννηση.
Η εγκεφαλική παράλυση είναι η πιο κοινή αιτία αναπηρίας σε παιδιά. Τα τελευταία χρόνια κάποιοι τύποι εγκεφαλικής παράλυσης εμφανίζονται συχνότερα.


ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΣΗΣ

Τα αίτια της εγκεφαλικής παράλυσης δεν είναι πλήρως εξακριβωμένα. Είναι γνωστό ωστόσο ότι η ανάπτυξη του εγκεφάλου μπορεί να επηρεαστεί από ορισμένες λοιμώξεις κατά την διάρκεια της κύησης ή κατά την διάρκεια της νηπιακής ηλικίας.              Άλλα αίτια εγκεφαλικής παράλυσης είναι : η εγκεφαλική αιμορραγία, η περιγεννητική ασφυξία (μειωμένη οξυγόνωση του εγκεφάλου ) ή τραυματισμός του κρανίου κατά την διάρκεια ή αμέσως μετά τον τοκετό και παρουσιάζεται συχνότερα σε πρόωρα.


ΤΥΠΟΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΣΗΣ

Σύμφωνα με τον τύπο των κινητικών προβλημάτων που προκαλεί η εγκεφαλική παράλυση, διακρίνονται τρεις κύριες μορφές, ανάλογα με την περιοχή προσβολής του εγκεφάλου. : σπαστική μορφή, δυστονική ( εξωπυραμιδική αθέτωση ), ατονική ( αταξία ).
Σπαστική μορφή εγκεφαλικής παράλυσης : Οφείλεται σε βλάβη του φλοιού του εγκεφάλου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των εκούσιων κινήσεων. Η σπαστική εγκεφαλική παράλυση χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τα μέλη που επηρεάζονται (τοπογραφική ).
Σπαστική Ημιπληγία : Είναι ο πιο κοινός τύπος εγκεφαλικής παράλυσης και επηρεάζει μια πλευρά του σώματος π.χ. ένα χέρι και ένα πόδι. Αυτά τα παιδιά γίνονται συνήθως σχεδόν ανεξάρτητα. Δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ένα μέλος τόσο καλά όσο το άλλο.
Σπαστική Διπληγία : ( Συχνή μορφή 40 % περίπου ). Επηρεάζει και τις δύο πλευρές του σώματος και αφορά κυρίως τα πόδια. Συμβαίνει συνήθως σε πρόωρα. Συχνά τα πόδια γυρίζουν προς τα μέσα και σταυρώνουν στα γόνατα, στάση γνωστή σαν « ψαλίδισμα ».
Τα παιδιά με σπαστική διπληγία πιθανώς να μπορούν να βαδίσουν για μικρές αποστάσεις. Αν και τα άνω άκρα επηρεάζονται λιγότερο, τα παιδιά συχνά έχουν δυσκολία να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους στο χειρισμό αντικειμένων. Ο στραβισμός είναι επίσης κοινός σε παιδιά με σπαστική διπληγία.
Σπαστική τετραπληγία : Είναι ο πιο σοβαρός τύπος εγκεφαλικής παράλυσης, στην οποία επηρεάζονται τόσο τα χέρια όσο και τα πόδια. Τα παιδιά σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούν να περπατήσουν ή να καθίσουν αβοήθητα. Πιθανόν να έχουν δυσκολίες μάθησης και διαταραχές όρασης και αίσθησης. Στραβισμός και επιληψία είναι πολύ συχνά. 
Στην αθέτωση υπάρχει βλάβη στα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου που ελέγχουν τον συντονισμό, την ισορροπία και την ποιότητα της κίνησης. Αθέτωση σημαίνει μη ελεγχόμενες, αργές, απότομες κινήσεις των μελών του σώματος και του κορμού. Τα παιδιά με αυτόν τον τύπο εγκεφαλικής παράλυσης μπορεί επίσης να έχουν ακούσιες γρήγορες και απότομες κινήσεις που ονομάζονται « χορεία » ή μεγάλες μεταβολές στον μυϊκό τόνο που χαρακτηρίζονται ως « δυστονία ». Αυτές οι ακούσιες κινήσεις συχνά οδηγούν σε δυσκολίες της βάδισης, της ισορροπίας, της ομιλίας και της κατάποσης. Σε μερικές περιπτώσεις οι μύες του προσώπου ή της γλώσσας επηρεάζονται. Οι αθετωσικές κινήσεις αυξάνονται όταν το παιδί  είναι σε εγρήγορση αλλά ατονούν κατά την διάρκεια του ύπνου.
Τα παιδιά με αταξία (βλάβη στην παρεγκεφαλίδα ) έχουν έλλειψη ισορροπίας και συντονισμού, πιθανόν να τρεκλίζουν όταν περπατούν και συχνά πέφτουν. Πιθανόν να τρέμουν τα χέρια τους και να μη μιλάνε καθαρά.
« Μικτές μορφές  εγκεφαλικής παράλυσης » με ταυτόχρονη σπαστικότητα και αταξία ή σπαστικότητα και αθέτωση είναι πολύ κοινή.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΣΗΣ

Κάθε παιδί με εγκεφαλική παράλυση επηρεάζεται διαφορετικά και οι δυσκολίες στον έλεγχο της κίνησης και της θέσης μπορεί να είναι πολύ ελαφρές ως έντονα εμφανείς. Μερικά παιδιά παρουσιάζουν μόνο μια ελαφριά αδυναμία ενώ άλλα μπορεί να έχουν δυσκολίες στο περπάτημα, στην ομιλία, στη χρήση των χεριών τους ή στο να καθίσουν χωρίς βοήθεια. Η εγκεφαλική παράλυση πιθανόν να μην έχει διαγνωσθεί έως ότου το παιδί παρουσιάσει καθυστέρηση στο κάθισμα και κατόπιν στην εξέλιξη της βάδισης και της ισορροπίας.
Τόσο η σπαστική ημιπληγία όσο και η διπληγία συνήθως γίνονται εμφανείς πριν το παιδί φτάσει σε ηλικία 2 ετών. Τα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση εκτός από τις δυσκολίες κίνησης των μελών τους πιθανόν να έχουν και άλλα ιατρικά προβλήματα. Αυτά περιλαμβάνουν επιληψία, δυσκολίες στην κατάποση ή στον έλεγχο των κινήσεων του προσώπου, υπερέκκριση σιέλου, διαταραχές ομιλίας, ακοής και όρασης.
Η διανοητική ικανότητα μπορεί να είναι καλή ή να επηρεαστεί σοβαρά. Πολλά παιδιά έχουν φυσιολογικές ικανότητες όμως παρουσιάζουν ειδικές δυσκολίες μάθησης. Μερικά παιδιά με εγκεφαλική παράλυση έχουν μία μειωμένη αίσθηση αφής και πόνου και παρουσιάζουν συχνά ακράτεια.
Σαν αποτέλεσμα αυτών, η εγκεφαλική παράλυση χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο φυσικές και πνευματικές διαταραχές αλλά και ψυχολογικές ή κοινωνικές δυσκολίες. Ωστόσο αυτό δεν είναι αναπόφευκτο εάν δοθεί σωστή βοήθεια έγκαιρα, από την στιγμή της διάγνωσης.
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί χωρίς την κατάλληλη θεραπεία, καθώς τα οστά μεγαλώνουν γρηγορότερα από τους μύες, οδηγώντας σε μια αυξανόμενη διαφορά του μήκους τους. Οι παιδικοί μύες πρέπει να είναι σε χαλαρή κατάσταση για να αναπτυχθούν.
Η σπαστικότητα στους μύες της κνήμης και το τράβηγμα του αχίλλειου τένοντα   με τον οποίο ενώνονται, κάνει τα παιδιά να περπατούν στα δάκτυλα των ποδιών τους, αδυνατώντας να πατήσουν την φτέρνα στο έδαφος. Αν η σπαστικότητα αυτών των μυών δεν αντιμετωπιστεί, θα εμφανιστεί μόνιμη σύσπαση των μυών που ως αποτέλεσμα θα έχει συγκάμψεις και παραμορφώσεις των μελών. Ο περιορισμός της κινητικότητας των αρθρώσεων καθώς και η παραμόρφωση των αρθρώσεων οδηγεί σε φθορά των οστών και των αρθρώσεων και το ισχίο σε εξάρθρωση.
Οι μόνιμες μυϊκές συσπάσεις είναι η πιο κοινή επιπλοκή της εγκεφαλικής παράλυσης και η εξάρθρωση του ισχίου συμβαίνει συχνά σε παιδιά με σπαστικότητα των κάτω άκρων.  Ωστόσο η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για τέτοιες επιπλοκές.


ΜΕΘΟΔΟΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Με μια λεπτομερή εκτίμηση των προβλημάτων του παιδιού και της σωστής επιλογής της μεθόδου αποκατάστασης , μπορεί να επιτευχθεί η ελαχιστοποίηση των δευτερογενών προβλημάτων και το παιδί να αναπτύξει το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Η κατάλληλη αντιμετώπιση της πάθησης από μικρή ηλικία μπορεί να προσφέρει σε πολλά παιδιά μια αρκετά ανεξάρτητη ζωή. Μια από τις προτεραιότητες στη θεραπεία πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η σπαστικότητα.
Για την σωστή αντιμετώπιση χρειάζεται η συνεργασία γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, θεραπευτών καθώς και οικογενειακή και κοινωνική στήριξη. Οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή σωστή εφαρμογή της θεραπείας και του προγράμματος των διαφόρων δραστηριοτήτων εφόσον έχουν την υποστήριξη των ειδικών οι οποίοι από την αρχή τους ενημερώνουν με ειλικρίνεια.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Cerebral Palsy Risk Factors

Infants at the highest risk for developing cerebral palsy exhibit one or more of these factors:
  • Premature (birth before 37 weeks of pregnancy)
  • Low birth weight (< 5 lb 7 1/2 oz)
  • Do not cry within 5 minutes of delivery
  • Sustained on a ventilator longer than 4 weeks
  • Brain hemorrhage
Other risk factors include the following:
  • Complications in pregnant mother (e.g., vaginal bleeding after 6th month, proteinuria, hyperthyroidism, high blood pressure, Rh incompatibility, mental retardation, seizures)
  • Breech birth (born feet or buttocks first)
  • Labor and delivery complications (vascular or respiratory problems; may indicate brain damage or abnormal brain development)
  • Multiple births (e.g., twins, triplets; CP may be due to prematurity or intrauterine growth retardation) 
  • Birth defects (e.g., malformation of spinal bones, hernia in groin area, abnormally small jawbone, microcephaly)
  • Newborn seizures
  • Low Apgar score—Infant heart rate, breathing, muscle tone, reflexes, and skin color are each scored as 0 (low), 1 (intermediate), or 2 (normal) after delivery. A total score of 7–10 at 5 minutes is considered normal; 4–6, intermediate; and 0–3, low. Scores that remain low 10–20 minutes after delivery indicate increased risk for CP.

Cerebral Palsy Signs & Symptoms


Symptoms of cerebral palsy can be as simple as having difficulty with fine motor tasks like writing or using scissors, or as profound as being unable to maintain balance or walk. Severely afflicted patients may have involuntary movements, such as uncontrollable hand motions and drooling. Others suffer from associated medical disorders, such as seizures and mental retardation.
Spastic CP is the most common type of cerebral palsy. It causes the muscles to be stiff and permanently contracted. Spastic cerebral palsy is often subclassified as one of five types that describe the affected limbs. The names of these types combine a Latin prefix describing the number of affected limbs (e.g., di- means two) with the term plegia or paresis, meaning paralyzed or weak:

  • Diplegia–either both arms or both legs
  • Hemiplegia–limbs on only one side of the body
  • Quadriplegia–all four limbs
  • Monoplegia–one limb (extremely rare)
  • Triplegia–three limbs (extremely rare)
Spastic diplegia affects the legs more than the arms. The legs often turn in and cross at the knees. This causes a scissors gait, in which the hips are flexed, the knees nearly touch, the feet are flexed, and the ankles turn out from the leg, causing toe-walking. Learning disabilities and seizures are less common than in spastic hemiplegia.
Persons with spastic hemiplegia (hemiparesis) also may experience hemiparetic tremors—uncontrollable shaking of the limbs on one side of the body. Severe hemiparetic tremors can seriously impair movement. The arm is generally affected more than the leg. Learning disabilities, vision problems, seizures, and dysfunction of the muscles of the mouth and tongue are classic symptoms.
Spastic quadriplegia involves all four limbs. There is dysfunction of the muscles of the mouth and tongue, seizures, medical complications, and increased risk for cognitive difficulties.
Athetoid (or dyskinetic) cerebral palsy is characterized by slow, uncontrolled, writhing movements of the hands, feet, arms, or legs (athetosis). Patients also may have abrupt, irregular, jerky movements (chorea), a combination (choreoathetosis), or slow rhythmic movements with muscle tone abnormalities and abnormal postures (dystonia).
The muscles of the face and tongue may be affected, causing grimacing and/or drooling. When the muscles that control speech are affected, the patient experiences dysarthria (abnormal pronunciation of speech). Hearing loss is commonly associated with this form of CP.
Ataxic cerebral palsy affects balance and depth perception. Persons with ataxic CP have poor coordination and walk unsteadily, usually placing their feet far apart. Many have trouble with quick or precise movements, like writing or buttoning a shirt. Some also have intention tremor, in which a voluntary movement, like reaching for an object, sets off trembling in the limb. The tremor becomes more intense as the person nears the target object.
Mixed CP involves two or more types of cerebral palsy. While any mix of types and subtypes can occur, the most common are athetodic-spastic-diplegic and athetoid-spastic-hemiplegic; the least common is athetoid-ataxic. It is possible to have a mix of all three (spastic-athetoid-ataxic).